Τα κάνω όλα βιαστικά πάλι. Το ένα μου χέρι βάζει μακαρόνια στο πιάτο και το άλλο τα τρώει. Κι αν μου πέσουν κάτω, πείθω τον εαυτό μου ότι δεν υπάρχουν. Ή καλύτερα πως δεν υπάρχει πάτωμα. Έτσι ώστε ό,τι κι αν πέσει να χαθεί. Όλη αυτή η θεωρία καταρρίπτεται μόλις πατήσω σκουλαρίκια, ρούχα, γυαλιά, δημητριακά. Είναι όλα εκεί ακόμα και μεγαλώνουν και με πλακώνουν και μου κλέβουν τις ανάσες, μέχρι που με διώχνουν απ'το σπίτι τους.
Ο τρελός καραφλός ομοιπαθητικός μου θα έλεγε ότι το κάνω επίτηδες για να γυρίσω στη θαλπωρή του πατρικού μου. Το παραδέχομαι. Είναι όμορφα εδώ. Μεγάλο σπίτι. Κοιμάμαι ανάμεσα στο τζάκι και το έλατο με το ρυθμικό ροχαλητό των γονιών μου λίγα μέτρα μακριά. Ενώ σ'εκείνο το άλλο σπίτι με τα τριά κουτια-δωμάτια το ένα δίπλα στο άλλο ποτέ δε νιώθω έτσι. Ακόμα κι αν βάλω τζάκι, ελάτο και μαμά-μπαμπά-σκύλο στην κρεβατοκάμαρα. Ούτε όταν έρχεσαι εσύ νιώθω το σπίτι μου σωστό. Το κρεβάτι, δε λέω, γίνεται πιο ανεκτό και η κουζίνα πιο ζωντανή. Αλλά αν μου πεις να σου φέρω το τασάκι απ΄το σαλόνι, νιώθω σαν να μου λες να μπω σε ξένο σπίτι. Σε κακόγουστο μάλιστα. Στα 4-5 βήματα που κάνω έχω χάσει όλο το αίσθημα της φυσαλίδας στην οποία βρισκόμαστε όταν είμαστε μαζί. Σηκώνομαι, στρίβω αριστερά, πατάω στο παγωμένο πάτωμα, πάλι ατριστερά, ανοίγω το αρρωστιάρικο φως, μωβ, πράσινα, φωτογραφίες, ένα σωρό χαρτιά, τραπέζια, πράματα πολλά, μωβ μωβ, κρατάω το στήθος, σκύβω, δανείζομαι ένα τασάκι απ'τους ανθρώπους και τρέχω στις μύτες μήπως θυμηθώ πώς ένιωθα πριν μισό λεπτό-αιώνα.
Να σκεφτώ αν μείναμε ποτέ εδώ, σ'αυτό το μεγάλο το σπίτι. Α ναι.. μια φορά που δεν ήθελες να κοιμηθούμε στο λάτεξ στρώμα των γονιών μου. Χάρηκα που δεν ήθελες, μα πιάστηκα. Πόσο νόημα δε βγάζουν αυτά που θα πω. Τι μεγάλη αντίφαση να κοιμηθούμε στον τόσο άδειο τρίτο και να νιώσω ότι ανοίξαμε σπιτικό. Ίσως επειδή είχε ένα ξεχασμένο τζάκι. Ίσως επειδή τότε ήταν τότε. Και τώρα όλα θα τα σκεφτώ. Πώς και γιατί και πότε και πού. Και κυρίως για πόσο. Αυτές οι καταραμένες Κυριακές. Κάνουν τό πόσο, τόσο λίγο. Άλλα ήθελα να πω, μα πάλι για σένα γράφω. Ήθελα να πω ή να σου πω πως βιάζομαι. Βγιάζομαι και βϊάζομαι. Και τα δύο μπορούν πάρουν το "αυτό-" μπροστά. Μα συνήθως βγιάζομαι να τελειώσω τα πόστ μου κι αυτό εδώ απόψε κι άλλα έχει να πει.
Αυτός ο καραφλός κι ο γκουντζόν κι όλοι οι γιώργηδες του κόσμου δε με σώνουν, το ξέρω. Το λέει η μαμά συχνά μόνο εσύ μπορείς να βοηθήσεις τον εαυτό σου. Στην εφηβεία πώς μου την έδινε όταν έλεγε τέτοια κλισέ. Και τώρα δηλαδή, αλλά κάποιες φορές βλέπω την αλήθεια της κι ας είναι με λόγια που έχουν ειπωθεί εκατό κι εκατό φορές. Ας βάλω ένα τσιμπιδάκι.
Τώρα που βλέπω καλύτερα και ξέρω ότι κοιμάσαι χωρίς αυτές τις τρίχες μπλεγμένες στα δάχτυλα, το νιώθω οι συγγνώμες μας έχουν ειπωθεί. Τότε που μου'πε ο ένας πως με ξέχασε πριν τον ξεχάσω. Κι ο άλλος περί ομορφιάς κι ευφυίας μάλλον. Και τότε που εγώ πανικούς πάθαινα και όλους τους έτρεχα και τους τρέλαινα κι έκανα όλους τους ανθρώπους να νιώθουν ανεπαρκείς. Τις συγγνώμες τις άκουσα πεντακάθαρα στ'αυτιά. Κι ύσετρα έβαλα τσιμπιδάκια και συγγνώμες δεν είδα τόσες. Λύπη πολλή αλλά όχι συγγνώμες. Θα μου πεις να μην ψάχνω για μετάνοιες αλλά όλο μου λες να μην ψάχνω. Ή μάλλον καλύτερα να κάνω υπομονή. Κι η υπομονή κάποιος πολύ σωστός μας είπε ότι είναι αρετή. Και μου αρέσει να κάνω πράγματα που θα με κάνουν να νιώσω σωστή κι ενάρετη κι έξυπνη, ίσως. Έτσι, κάνω υπομονή. Σε περιμένω. Να'ρθεις, να ξυπνήσεις, να ξεκουραστείς, να βρεις, να τελειώσεις κι όλα. Κι εσύ, δε λέω, είσαι ενάρετος αφού τόσο υπομονή κάνεις να μάθεις. Μακάρι τότε να κουραστούμε ταυτόχρονα. Αυτό θα ευχηθώ στη γιορτή μας που ούτε ξέρω πότε είναι. Εσύ όμως θυμήθηκες λίγο μια μέρα και με ξάφνιασες και αυτά πρέπει να θυμάμαι και να'μαι υπομονετικός.
Υπομονή θα κάνω για να έρθει και η μέρα που θα με θαυμάσεις. Στ'αληθινά όμως. Όχι σαν εκείνους τους θαυμασμούς για το τι ξεπέρασα. Εγώ ξέρω ότι όταν θαυμάσεις τη γυναίκα, θες να της κάνεις έρωτα μετα. Κι εγώ έτσι το φαντάζομαι. Να χορεύω, ας πούμε. Ή να πω ένα αστείο στους φίλους σου ή να οδηγήσω ένα τρακτέρ ή ό,τι μπορεί να 'ναι αξιοθαύμαστο. Και μετά να θες να δείξεις σε όλους πόσο δικός σου είμαι. Με δύο πακέτα συναίσθημα και ένα τέταρτο ενθουσιασμό. Μου φτάνει ρε.
Αυτό το να είναι περήφανοι για μένα όλοι, το'χα πάντα. Ίσως έφταιγε η μάνα μου που μου έδινε αυτό το συναίσθημα απλόχερα μέχρι τα 10 και μετά λίγο τσιγγουνέυτηκε και μετά πολύ. Μέχρι να παίξω θέατρο που με ξαναπλημμύρισε η περηφάνια της. Κι αυτό το να είμαι η καλύτερη και η πρώτη σε ό,τι κάνω δεν είναι από το ζώδιο. Είναι απο γιαγιάδες, παππούδες, θειούς, θειές, ζωντανούς, νεκρούς, μικρούς, μεγάλους που μου 'λεγαν πως είμαι αυτή η Καλύτερη. Ρε παιδιά η Ιωάννα είμαι. Όχι είσαι η Καλύτερη. Εντάξει, αυτή είμαι και θα πρέπει να είμαι. Κανείς δε μου'πε σε περίπτωση που δεν καταφέρω να παίξω το ρόλο σωστά ποια πρέπει να γίνω. Γιατί μετά είναι η Δεύτερη και η Τρίτη και μία πια δεν είσαι αλλά καμία. Το ξεπέρασα λίγο με τον καιρό αν και θέλω να τις σκίσω όλες στο τανγκό εδώ και τώρα. Αλλά το ξεπέρασα ελαφρώς.
Το πατρονάρισμα ήθελα να αναφέρω. Δεν είναι κακό καμιά φορά. Δε γίνεται μια τόσο ωραία λέξη να είναι κακή στην πράξη. Κάποιες φορές το σπαστικό χάδι στο κεφάλι, το θέλω και το θέλουμε. Να ξέρεις οτι κάποιος ξέρει πολύ καλά πώς όλα-θα-πάνε-καλά. Και τα καντίλια χρειάζονται εξίσου μα θέλουν προσοχή.
Και σ'αυτήν την τελευταία από τις παραγράφους που είχα καιρό να κάνω, είμαι μικρή να πω ήθελα. Γι'αυτο ό,τι κάνω έχει λήξη. Κι αν έχει επανέναρξη ή επανάληψη -όπως θες πες το- αυτό είναι άλλο ζήτημα. Η διάρκεια ποτέ δεν ήταν φίλη και με δικαιολογούν λέγοντας είσαι εικοσιδύο. 5 μήνες βόλλευ, 3 Κυριακές κατηχητικό, 2 μήνες μπαλέτο, 1 φορά κολλάζ κι άλλη μια ζωγραφική, δυο βδομάδες γυμναστήριο και μια σχέση πιο μεγάλη φωτογραφίας και αθήνας κι ύστερα πάλι 4 μέρες πολύ νερό και 3 βράδια κρέμα για την κυτταρίτιδα. Ψέματα. Ο Παύλος θα είναι αιώνιος. Και μόνο βενζίνη θελει κι άντε καμιά περιποίηση από άλλα χέρια. Κάνει ό,τι λέει στο προσπέκτους. Εσύ κάνεις ό,τι λες; Μη νομίζεις πως όλα τα ξεχνάω όπως συνηθίζω. Τις υποσχέσεις τις θυμάμαι πάντα κι ας είναι σε παραμύθια γραμμένες ή στον ύπνο ειπωμένες. Ομοιοκαταληξία. Μαλακία.