22.12.09
Στην οθόνη κάτι άσχημοι με μαύρα κοστούμια και μπλε καμια φορά. Δίπλα εσύ. Αριστερά συγκεκριμένα. Κάτι ήχους βγάζεις. Μακάρι να μιλούσες στον ύπνο σου να πιάναμε κουβέντα. Να σου'λεγα όσα δεν πρόλαβα όλη μέρα. Την Αθήνα τη συνήθισα αλλά φοβάμαι να βγω μόνη μου τη νύχτα. Κι έτσι κάθομαι εδώ. Σε σκεπάζω άμα ξεσκεπάζεσαι. Αλλάζω θέση άμα πιάνομαι. Λιώνω τη σοκολάτα που μου'φερες για να μ'ευχαριστήσεις. Σκέφτομαι τι μπορώ να κάνω εδώ αύριο που θα'ναι μέρα. Δεν πήγαμε να δούμε ή να αγοράσουμε τίποτα χριστουγεννιάτικο. Προσπαθήσαμε δηλαδη αλλά κάναμε δύο ώρες και τα παρατήσαμε. Δε μας κάνει αυτός ο τόπος. Δε γνώρισα κανέναν που να μη θλίβεται εδώ, αλήθεια. Κι εγώ θλίβομαι άμα έρχομαι και κάθομαι πολύ. Μα εγώ δεν μετράω γιατί θλίβομαι άμα θέλω παντού. Μ'ενοχλεί το κόντρα φως εκεί πίσω. Κι εσένα μάλλον μα δε θέλω να το κλείσω. Μου κάνει παρέα, όπως κι αυτοί οι κύριοι στο μέγκα. Μακάρι να'μουν κι εγώ εκεί να συζητούσα μαζί τους για σοβαρά πράματα. Σήμερα ο ουρανός ήταν πάλι ροζ κι ήταν πολύ ρομαντικό. Κι ας λες εσύ ότι είναι απ'το νέφος. Το νέφος είναι ωραία λέξη κι αφού βγάζει ωραία χρώματα, εμένα δε με πειράζει. Μόνο όταν πήγαμε στον Πειραιά ή κάπου εκεί που είχε θάλασσα με πείραξε. Γιατί μύριζε και με πονούσαν τα πνευμόνια μου. Κι εσύ είπες ότι είναι πετρέλαια και κάπως αλλιώς το'πες που μου'ρχεται να σε ξυπνήσω για να μου θυμίσεις τη λέξη. Σύγκρινες τη μυρωδιά με του Θερμαϊκού. Τι ντροπή. Ο Θερμαϊκός μυρίζει ξινίλα και ψοφίμι και μόνο για λίγους μήνες. Δε μυρίζει πίσσα. Εγώ νόμιζα ότι ο Πειραιάς θα ήταν όμορφος αφού τόσα τραγούδια είχαν γραφτεί. Γύρισες και με αποσυντόνισες. Φοβήθηκα μη δεις τι γράφω. Μα τώρα ξεκίνησες πάλι να τραγουδάς. Τι αλλόκοτος ρυθμός. Μου'ρχεται να τσιρίξω πάνω απ'το κεφάλι σου να μην ξανακοιμηθείς ποτέ. Να μη με ξαναφήσεις μόνη μου ποτέ φοβούμενος ότι θα τσιρίζω πάλι και θα'ρχεται η αποκάτω η ανέραστη να σου φωνάζει. Δε θέλω να'μαι εδώ, καμιά φορά. Ούτε κι εσύ, ξέρω, αλλά για'μένα θα πω τώρα. Δεν είναι το σπίτι μου εδώ. Ούτε η δουλειά, ούτε τίποτα. Εσύ μόνο αλλά λείπεις. Ίσως πρέπει να παίρνω το αεροπλάνο των 8 και μετά των 11 και την άλλη μέρα των 8 πάλι κι ύστερα των 11. Δε μου αρέσει όμως να ταξιδεύω νύχτα.Αν αύριο δε φωτοσυνθέσω, αλήθεια σου λέω, θα χελωνιάσουν κι άλλο τα πόδια μου. Κι οι πατούσες μου θα γίνουν πιο σκληρές και κανένας δε θα με παντρεύεται. Ούτε αυτοί που υπόσχεση είχαν δώσει. Μα αυτή είναι δική μου δουλειά. Αύριο λοιπόν θα πάρω το 622 και θα πάω δεν ξέρω πού, να δω δεν ξέρω τι, με δεν ξέρω ποιον. Πόσο ωραία θα'ναι. 3 μέρες ακόμη. Ξύπνα.
είπε η aniaris στις 01:01 |
21.12.09
είπε η aniaris στις 16:34 |
16.12.09
Ούτε ξέρω γιατί είμαι εδώ. Κάτι βγαίνει απ'τα ηχεία. Μια βαριά μυρωδιά σέρνεται από την κουζίνα προς τα'δω. Είμαι μάλλον στο σαλόνι. Μ'εστειλαν να καθαρίσω και να πάρω κάτι ρούχα να φορέσω, λέει. Κι ένα μάθημα κάποτε είχα κι έπρεπε να πάω. Είσαι στο μυαλό μου όλη μέρα. Όχι, όχι. Όλες μέρες. Μα σήμερα πιο πολύ μιας κι ήταν η τελευταία. Σου'φερα να τρως να βάλεις λίγα κιλά, να μου αρέσεις καλύτερα και να είσαι πιο πολύ ο άντρας της ζωής μου. Το'φχαριστήθηκες. Άραγε με θυμόσουν όταν το χορτάρι χόρευε σαν τη γλώσσα μου στο στόμα σου; Μέτρησα ύστερα ως το 30 πιο αργά απ'ότι έπρεπε μα πιο γρήγορα απ'όσο ήθελα. Κι έφυγα και κατέβηκα τόσα πολλά δεξιά σκαλιά. Κατάφερα να συρθώ ως την έξοδο που προς τα έξω μακάρι να μην άνοιγε. Σ' είδα και μ'είδες αλλά σημασία δεν είχε πια. Είχα βγει. Είχα φύγει. Είχα γιατρευτεί. Καλές γιατρειές σου είχα ευχηθεί εκεί πάνω κι εσύ Καλές γιορτές. Τι τεράστιες μαλακίες. Εγώ την ίδια στιγμή σου φώναζα μπρος τα μούτρα σου σε λαχταρώ κι εσύ μου έγλειφες τη μύτη και ψιθύριζες παντρέψου με. Σήμερα προσγειώθηκα μα αύριο πετάω. Έρχομαι σε 'σένα και στο σπίτι σου το άδειο το κίτρινο. Τι πρόβλημα έχετε εσείς οι άντρες με τα χρώματα και τα σπίτια. Είναι σαν αναπηρία να τα φτιάξετε σωστά και καθησυχαστικά. Μακάρι όλο κι όλο σου το σπίτι να ήταν η χρωματιστή τουαλέτα με το στραβό πλακάκι- αλήθεια νόμιζα ότι θα το είχες παρατηρήσει. Μακάρι να μη δούλευες αλλά να είχες δουλειά. Δεν ξέρω τι θέλω αλλά σε αυτο το αεροπλάνο θα μπω. Κι αν πέσει ελπίζω να πάθω μόνο κάτι ανάμεσα στο στόμα και τα ξακουστά μου κόκκαλα. Έτσι, εσύ θα με παραλάβεις σε σεντόνια άσπρα με το χιλιοφορεμένο παντελόνι σου και τα μαύρα σου μαλλιά. Και θα με κρατάς ψηλά να βλέπω πώς είναι εκεί πάνω. Κι ύστερα θα σου δείχνω τον πιο υπέροχο αφαλό του κόσμου. Να πέσεις μέσα να μη βγεις ποτέ. Θα φοράω μπλούζες δαντελένιες ν'αναπνέεις όσο θα ψάχνεις τα μέσα μου τα άρρωστα. Δεν κατάλαβα αλήθεια ποιος είσαι. Σ'είχαν φωνάξει μ'ένα όνομα κοινό μα τόσο παράξενο. Δε σου πήγαινε καθόλου. Σε μπέρδεψα εκατό φορές και σε θέλησα άλλες τόσες. Δε θα πέσει, το ξέρω. Θα ξαναπροσγειωθώ, θα ξαναφύγω, θα σε δω απ'το φανάρι κι όταν ανάψει κόκκινο θα φύγω με 5000 να χαθώ.
είπε η aniaris στις 16:51 |
15.12.09
Κακοήθης νεοπλασματική εξεργασία δεν διαπιστώθηκε. Το υπογράφουν δύο δόκτωρες. Το βρέχει αλμυρή χαρά. Το διπλώνω στα τέσσερα και το αφήνω πίσω με ό,τι άλλο μου έδωσαν εκεί. Τις εύθυμες ψαλμωδίες των καθολικών, τη μελαγχολία της μαύρης χωρίς όνομα, την γκρίνια της ραντζογειτόνισσας, τους δύο άψυχους, τον γλοιώδη πέφτουλα νοσηλευτή, τις συζητήσεις για ασήμαντες σαπουνόπερες ανάμεσα σε καταθέσεις ψυχής. Αφήνω πίσω τον πόνο του καθενός. Αφήνω αλλά δεν ξεχνώ λόγια ανθρώπων ίσων προς ίσους. Κι ας ήταν αμόρφωτοι με μορφωμένους, λευκοί με μαύρους, άντρες με γυναίκες, νέοι με γέρους, πλούσιοι με φτωχούς. Όλοι εκεί μέσα είμαστε ίσοι, είπε η διάσημη που δεν είδα. Κι είχε δίκιο. Γιατί ο πόνος είναι ίδιος παντού.
Ξέρω ότι θα ξεχάσω το συναίσθημα αυτό το τωρινό. Ας φύγει. Δε με νοιάζει. Αρκεί να θυμάμαι ότι κάποια Χριστούγεννα είδα τι πάει να πει θνητός.
είπε η aniaris στις 01:43 |
14.12.09
Γύρισα εδώ για λίγο μόνο. Σιδερώνω τις κιλότες της γιαγιάς. Θέλει ό,τι δικό της καθαρό κι ας είναι όλα γύρω σάπια. Την άφησα στην αγαπημένη της ασφάλεια φεύγοντας. Μ'εμπιστεύεται αλλά δε σταματάει να φοβάται χωρις την άλλη κόρη. Κοιμήθηκα βράδυ, ξύπνησα το ίδιο βράδυ. Έχασα τις ώρες, τις μέρες τους ρυθμούς. Μόνο τις σταγόνες της δεν ξέχασα να μετράω. Και μόλις τελείωνε η δροσιά στο αριστερό της χέρι, πεταγόμουν να φέρω άσπρες κυρίες κι ας ήξερα ότι δε χρειαζόταν. Πρέπει να πλυθώ τώρα και να γίνω όμορφη για Κανέναν. Τα μπούτια μου πονάνε σαν να έκανα έρωτα νύχτες αλεπάλληλες. Κι όμως τίποτα ερωτικό εκεί μέσα μέρες τώρα. Ίσως η μυγιάγγιχτη γιατρέσσα που φλερτάρει διακριτικά το φαλακρό γιατρό της. Ίσως η μουσική μου στα παράξενα, κρύα ακουστικά σου.
Τα τηλέφωνα χτυπάνε να μάθουν και να εισπράξουν. Οι σκέψεις και τα λόγια μου χωρίς ειρμό σ'αυτό το γράμμα. Καλημέρα δεν ξέρω αν πρέπει να πω ή καλησπέρα. Τα μάτια μου είναι μαύρα και η κίτρινη κυρία μας ρωτούσε πώς αρρωστήσαμε ταυτόχρονα. Δεν είμαι άρρωστη, κυρία μου. Είμαι άσχημη αλλά όχι άρρωστη. Οι κροταλίες με περιμένουν να τους γεμίσω κοκκινάδια. Θα βρω βιβλία και θα τα τελειώσω πάνω απ'το κεφάλι της, κρυφακούγοντας τους φοιτητές να κουτσομπολεύουν ό,τι κινείται, σέρνεται, βογγάει ή διατάζει. Δεν μπορείς να βαρεθείς εκεί μέσα. Μόνο να μάθεις ή να φύγεις.
Δεν έφυγα. Εγώ.
είπε η aniaris στις 12:57 |
13.12.09
Σήμερα ήσουν εδώ. Στην πόλη μου, στο πλάι μου. Γυρόφερνες με τα γουρλωτά σου μάτια κι ίσως με κοιτούσες λίγο. Αλλά πιο πολύ με γιάτρευες. Με πραγματικές βελόνες. Φορούσες τα γυαλιά σου για να δείχνεις πού πονάω. Και την πράσινη ρόμπα για να σε ξεχωρίζω από μακριά. Αλλά είσαι τόσο ψηλός που πάντα σ'έβλεπα να μπαίνεις ακόμα κι αν καθόμουν πλάτη. Η κοτσίδα σου σταθερά πιασμένη ψηλά όπως άλλοτε, να μου θυμίζει τι δεν αγάπησα. Η φωνή σου μόνο με ξένισε. Ίσως μεγάλωσες κι άλλαξε. Ίσως την είχα ξεχάσει. Ήθελα να μείνω όλο το βράδυ να με προσέχεις καλέ μου, γιατί ήσουν εσύ σ'αυτό το πρόσωπο. Ήσουν τόσο εσύ που ήθελα να τρέξω και να κάτσω πάνω στο κεφάλι σου. Να με κουβαλάς πέρα δώθε όταν εξετάζεις κι εγώ να σε βοηθάω λέγοντας βήξε στους δικούς μας αρρώστους. Ήσουν εσύ εκεί πίσω από τη θανατίλα κι έλεγες αστεία. Και πάνω που μ'έπιανε αυτή η ζάλη της υποχρέωσης να είμαι όρθια, με συνεπήρες. Ξέχασα πού είμαι και για ποιον. Θυμήθηκα μόνο πόσο μου έλειψε αυτή σου η παρουσία. Η μοναδική σου τέχνη να με κάνεις καλά, είσαι δεν είσαι γιατρός πραγματικός. Σήμερα ήσουν. Ένας γιατρός ψηλός με πλάτες ένα μέτρο, να χωράω να γυρνάω ανάσκελα στον έναν ώμο κι ύστερα μπρούμυτα στον άλλον. Πόσο μεγάλωσες. Ήξερα ότι θα γίνεις σπουδαίος. Μα γιατρός; Αύριο που θα'ρθω πάλι, μην ξεχάσω να σε φωνάξω με τ'όνομά σου. Κι όταν δε γυρίσεις στολίδι μου, μόνη θα μένω με νεκρούς να κυλάνε πίσω μου και ζωντανούς να παλεύουν μπροστά μου.
είπε η aniaris στις 03:19 |
12.12.09

αν φύγεις, μάνα, εγώ πώς θα θυμάμαι από πού ήρθα.
θα νομίζω ότι φύτρωσα.
δε σε χόρτασα.
κι όλο μαζί αν ήμασταν, πάλι δε θα σε χόρταινα.
ποτέ δε λες αρκετή μαμά είδα.
δε θέλω παιδιά.
ούτε άντρες.
μαμά, ζήσε για πάντα και γω θα είμαι το καλύτερο παιδί σου.
είπε η aniaris στις 02:59 |
10.12.09
Έχω ένα υπέροχο γραγαλητό στο κεφάλι μου. Ανάμεσα στις ρίζες των μαλλιών μου. Και πιο βαθιά ίσως ανάμεσα στα νέυρα. Τα νεύρα που στέλνουν χαρά και διαύγεια κυρίως και συγκέντρωση.
Η σειρα είναι μεγάλη λέξη. Δε χωρούσε στο στόμα να την πω και τώρα την προφέρω.
Και τα μούτρα μου ανέβηκαν ένα χιλιοστό περίπου όπως στην κατακόρυφο που έκανα μικρή. Θα βγαίνω καλύτερα στις φωτογραφίες της Τετάρτης. Κι ίσως αν μπει σειρά κι εκεί, να κάνει άλλος το μοντέλο κι εγώ τα βάθη πεδίου. Ξανά.
Όσο για σένα τι μένει να πω. Είμαι γραμμένη στα βιβλία κι αν εσύ δε μου'γραψες ποτέ, δε με πειράζει. Φτάνει που λες πια.
είπε η aniaris στις 02:51 |
9.12.09
κι είναι φορές που νομίζω ότι μπορώ να σου καθαρίζω τρουφάκια σχεδόν για πάντα
είπε η aniaris στις 11:26 |
6.12.09
Αρχίζει. Ξέρω ότι σε λίγες ώρες θα γράφω ακατάπαυστα κάπου εδώ μέσα φορώντας τις πιτζάμες σου, τρώγοντας τις μελιτζάνες σου, εισπνέοντας τον καπνό σου.
είπε η aniaris στις 15:40 |
2.12.09
Η λέξη turbo βγαίνει από τη λέξη τυρβώδης. Δεν υπάρχει στο λεξικο μα μου θυμίζει μια απο 'κείνες τις πρώτες που'χαμε πει. Δε σου άρεζε. Σου άρεσε. Αυτό έμαθα σήμερα μαζί με κάτι άλλα υδραυλικά και τρεις φιγούρες. Στόλισα κιόλας κι είναι καλύτερα τώρα. Είμαι, ήθελα να πω. Το δέντρο μου είναι είναι λίγο μαδημένο και λίγο κιτς μα τόσο καθησυχαστικό. Τα προηγούμενα Χριστούγεννα το κράτησα μέχρι Φλεβάρη. Κι αν δε χρειαζόταν να έρθουν όλοι αυτοί οι τόσο σοβαροί άνθρωποι στο σπίτι, θα το άφηνα μέχρι την Πέμπτη που είχα βάψει κόκκινα εκείνα τα αυγά. Γιατί όταν το έλατο φεύγει μένει μια τρύπα. Και βάζεις το τραπεζάκι και δε σου κάθεται καλά. Το κουνάς αριστερα τη μία μέρα, λίγο πιο δεξιά την άλλη κι η τρύπα, τρύπα. Βγάζεις το τραπέζι που φταίει για όλα, βάζεις το φίκο. Τον πιο ώριμο αντικαταστάτη του ψεύτικου δέντρου που τόσο σου λείπει. Του πετάς και δυο φιόγκους να του μοιάζει. Κι η τρύπα μικρότερη αλλά στη θέση της. Μέχρι να το ξεπεράσεις και να το ξεχάσεις και να συνηθίσεις. Να προσαρμοστείς. Και τι σημαίνει αυτό, εγώ δε θυμάμαι. Μα πάλι προτρέχω και σκέφτομαι το τέλος τη μέρα της αρχής. Μου'γινε συνήθειο. Η αδράνεια που μένει, εσύ λες. Που είναι ανάλογη με το Reynolds, μόλις δασκάλεψε ο δάσκαλος στην αίθουσα διδασκαλίας. Κι ανάλογη με τη μέση απόσταση, σηκώνω το χέρι μου να του μάθω. Ζωγραφίζει σωλήνες στον πίνακα και δε με βλέπει. Η δική μου απόσταση η μέση έχει την πιο απλή εξίσωση θα του'λεγα.
dμ= (504+504)/2=504km
Όταν η d μου η μέση θα αρχίσει να μειώνεται, το μέγεθος της αδράνειας-συνήθειας θα μειωθεί κι αυτό. Και τότε, κύριε, ίσως κάθε αρχή να είναι αρχή και το τέλος πάλι αρχή. Κατάλαβες; Κι η σωλήνα σου είναι στραβιά.
είπε η aniaris στις 02:32 |
29.11.09
Ο,τι ακριβώς είπα, ό,τι είδα, ό,τι έπιασα, ό,τι έγλειψα εδώ, εδώ μέσα το βρήκες. Και πονάω εκεί που δεν μπορεί να με τρίψει κανείς. Μα τι τύχη να δω αυτά τα γράμματα. Όμορφα, αλλά νόμιζα θα'ναι πάντα δικά μου να στα στέλνω.
είπε η aniaris στις 19:13 |
Τα κάνω όλα βιαστικά πάλι. Το ένα μου χέρι βάζει μακαρόνια στο πιάτο και το άλλο τα τρώει. Κι αν μου πέσουν κάτω, πείθω τον εαυτό μου ότι δεν υπάρχουν. Ή καλύτερα πως δεν υπάρχει πάτωμα. Έτσι ώστε ό,τι κι αν πέσει να χαθεί. Όλη αυτή η θεωρία καταρρίπτεται μόλις πατήσω σκουλαρίκια, ρούχα, γυαλιά, δημητριακά. Είναι όλα εκεί ακόμα και μεγαλώνουν και με πλακώνουν και μου κλέβουν τις ανάσες, μέχρι που με διώχνουν απ'το σπίτι τους.
Ο τρελός καραφλός ομοιπαθητικός μου θα έλεγε ότι το κάνω επίτηδες για να γυρίσω στη θαλπωρή του πατρικού μου. Το παραδέχομαι. Είναι όμορφα εδώ. Μεγάλο σπίτι. Κοιμάμαι ανάμεσα στο τζάκι και το έλατο με το ρυθμικό ροχαλητό των γονιών μου λίγα μέτρα μακριά. Ενώ σ'εκείνο το άλλο σπίτι με τα τριά κουτια-δωμάτια το ένα δίπλα στο άλλο ποτέ δε νιώθω έτσι. Ακόμα κι αν βάλω τζάκι, ελάτο και μαμά-μπαμπά-σκύλο στην κρεβατοκάμαρα. Ούτε όταν έρχεσαι εσύ νιώθω το σπίτι μου σωστό. Το κρεβάτι, δε λέω, γίνεται πιο ανεκτό και η κουζίνα πιο ζωντανή. Αλλά αν μου πεις να σου φέρω το τασάκι απ΄το σαλόνι, νιώθω σαν να μου λες να μπω σε ξένο σπίτι. Σε κακόγουστο μάλιστα. Στα 4-5 βήματα που κάνω έχω χάσει όλο το αίσθημα της φυσαλίδας στην οποία βρισκόμαστε όταν είμαστε μαζί. Σηκώνομαι, στρίβω αριστερά, πατάω στο παγωμένο πάτωμα, πάλι ατριστερά, ανοίγω το αρρωστιάρικο φως, μωβ, πράσινα, φωτογραφίες, ένα σωρό χαρτιά, τραπέζια, πράματα πολλά, μωβ μωβ, κρατάω το στήθος, σκύβω, δανείζομαι ένα τασάκι απ'τους ανθρώπους και τρέχω στις μύτες μήπως θυμηθώ πώς ένιωθα πριν μισό λεπτό-αιώνα.
Να σκεφτώ αν μείναμε ποτέ εδώ, σ'αυτό το μεγάλο το σπίτι. Α ναι.. μια φορά που δεν ήθελες να κοιμηθούμε στο λάτεξ στρώμα των γονιών μου. Χάρηκα που δεν ήθελες, μα πιάστηκα. Πόσο νόημα δε βγάζουν αυτά που θα πω. Τι μεγάλη αντίφαση να κοιμηθούμε στον τόσο άδειο τρίτο και να νιώσω ότι ανοίξαμε σπιτικό. Ίσως επειδή είχε ένα ξεχασμένο τζάκι. Ίσως επειδή τότε ήταν τότε. Και τώρα όλα θα τα σκεφτώ. Πώς και γιατί και πότε και πού. Και κυρίως για πόσο. Αυτές οι καταραμένες Κυριακές. Κάνουν τό πόσο, τόσο λίγο. Άλλα ήθελα να πω, μα πάλι για σένα γράφω. Ήθελα να πω ή να σου πω πως βιάζομαι. Βγιάζομαι και βϊάζομαι. Και τα δύο μπορούν πάρουν το "αυτό-" μπροστά. Μα συνήθως βγιάζομαι να τελειώσω τα πόστ μου κι αυτό εδώ απόψε κι άλλα έχει να πει.
Αυτός ο καραφλός κι ο γκουντζόν κι όλοι οι γιώργηδες του κόσμου δε με σώνουν, το ξέρω. Το λέει η μαμά συχνά μόνο εσύ μπορείς να βοηθήσεις τον εαυτό σου. Στην εφηβεία πώς μου την έδινε όταν έλεγε τέτοια κλισέ. Και τώρα δηλαδή, αλλά κάποιες φορές βλέπω την αλήθεια της κι ας είναι με λόγια που έχουν ειπωθεί εκατό κι εκατό φορές. Ας βάλω ένα τσιμπιδάκι.
Τώρα που βλέπω καλύτερα και ξέρω ότι κοιμάσαι χωρίς αυτές τις τρίχες μπλεγμένες στα δάχτυλα, το νιώθω οι συγγνώμες μας έχουν ειπωθεί. Τότε που μου'πε ο ένας πως με ξέχασε πριν τον ξεχάσω. Κι ο άλλος περί ομορφιάς κι ευφυίας μάλλον. Και τότε που εγώ πανικούς πάθαινα και όλους τους έτρεχα και τους τρέλαινα κι έκανα όλους τους ανθρώπους να νιώθουν ανεπαρκείς. Τις συγγνώμες τις άκουσα πεντακάθαρα στ'αυτιά. Κι ύσετρα έβαλα τσιμπιδάκια και συγγνώμες δεν είδα τόσες. Λύπη πολλή αλλά όχι συγγνώμες. Θα μου πεις να μην ψάχνω για μετάνοιες αλλά όλο μου λες να μην ψάχνω. Ή μάλλον καλύτερα να κάνω υπομονή. Κι η υπομονή κάποιος πολύ σωστός μας είπε ότι είναι αρετή. Και μου αρέσει να κάνω πράγματα που θα με κάνουν να νιώσω σωστή κι ενάρετη κι έξυπνη, ίσως. Έτσι, κάνω υπομονή. Σε περιμένω. Να'ρθεις, να ξυπνήσεις, να ξεκουραστείς, να βρεις, να τελειώσεις κι όλα. Κι εσύ, δε λέω, είσαι ενάρετος αφού τόσο υπομονή κάνεις να μάθεις. Μακάρι τότε να κουραστούμε ταυτόχρονα. Αυτό θα ευχηθώ στη γιορτή μας που ούτε ξέρω πότε είναι. Εσύ όμως θυμήθηκες λίγο μια μέρα και με ξάφνιασες και αυτά πρέπει να θυμάμαι και να'μαι υπομονετικός.
Υπομονή θα κάνω για να έρθει και η μέρα που θα με θαυμάσεις. Στ'αληθινά όμως. Όχι σαν εκείνους τους θαυμασμούς για το τι ξεπέρασα. Εγώ ξέρω ότι όταν θαυμάσεις τη γυναίκα, θες να της κάνεις έρωτα μετα. Κι εγώ έτσι το φαντάζομαι. Να χορεύω, ας πούμε. Ή να πω ένα αστείο στους φίλους σου ή να οδηγήσω ένα τρακτέρ ή ό,τι μπορεί να 'ναι αξιοθαύμαστο. Και μετά να θες να δείξεις σε όλους πόσο δικός σου είμαι. Με δύο πακέτα συναίσθημα και ένα τέταρτο ενθουσιασμό. Μου φτάνει ρε.
Αυτό το να είναι περήφανοι για μένα όλοι, το'χα πάντα. Ίσως έφταιγε η μάνα μου που μου έδινε αυτό το συναίσθημα απλόχερα μέχρι τα 10 και μετά λίγο τσιγγουνέυτηκε και μετά πολύ. Μέχρι να παίξω θέατρο που με ξαναπλημμύρισε η περηφάνια της. Κι αυτό το να είμαι η καλύτερη και η πρώτη σε ό,τι κάνω δεν είναι από το ζώδιο. Είναι απο γιαγιάδες, παππούδες, θειούς, θειές, ζωντανούς, νεκρούς, μικρούς, μεγάλους που μου 'λεγαν πως είμαι αυτή η Καλύτερη. Ρε παιδιά η Ιωάννα είμαι. Όχι είσαι η Καλύτερη. Εντάξει, αυτή είμαι και θα πρέπει να είμαι. Κανείς δε μου'πε σε περίπτωση που δεν καταφέρω να παίξω το ρόλο σωστά ποια πρέπει να γίνω. Γιατί μετά είναι η Δεύτερη και η Τρίτη και μία πια δεν είσαι αλλά καμία. Το ξεπέρασα λίγο με τον καιρό αν και θέλω να τις σκίσω όλες στο τανγκό εδώ και τώρα. Αλλά το ξεπέρασα ελαφρώς.
Το πατρονάρισμα ήθελα να αναφέρω. Δεν είναι κακό καμιά φορά. Δε γίνεται μια τόσο ωραία λέξη να είναι κακή στην πράξη. Κάποιες φορές το σπαστικό χάδι στο κεφάλι, το θέλω και το θέλουμε. Να ξέρεις οτι κάποιος ξέρει πολύ καλά πώς όλα-θα-πάνε-καλά. Και τα καντίλια χρειάζονται εξίσου μα θέλουν προσοχή.
Και σ'αυτήν την τελευταία από τις παραγράφους που είχα καιρό να κάνω, είμαι μικρή να πω ήθελα. Γι'αυτο ό,τι κάνω έχει λήξη. Κι αν έχει επανέναρξη ή επανάληψη -όπως θες πες το- αυτό είναι άλλο ζήτημα. Η διάρκεια ποτέ δεν ήταν φίλη και με δικαιολογούν λέγοντας είσαι εικοσιδύο. 5 μήνες βόλλευ, 3 Κυριακές κατηχητικό, 2 μήνες μπαλέτο, 1 φορά κολλάζ κι άλλη μια ζωγραφική, δυο βδομάδες γυμναστήριο και μια σχέση πιο μεγάλη φωτογραφίας και αθήνας κι ύστερα πάλι 4 μέρες πολύ νερό και 3 βράδια κρέμα για την κυτταρίτιδα. Ψέματα. Ο Παύλος θα είναι αιώνιος. Και μόνο βενζίνη θελει κι άντε καμιά περιποίηση από άλλα χέρια. Κάνει ό,τι λέει στο προσπέκτους. Εσύ κάνεις ό,τι λες; Μη νομίζεις πως όλα τα ξεχνάω όπως συνηθίζω. Τις υποσχέσεις τις θυμάμαι πάντα κι ας είναι σε παραμύθια γραμμένες ή στον ύπνο ειπωμένες. Ομοιοκαταληξία. Μαλακία.
είπε η aniaris στις 02:16 |
26.11.09
Η αληθινή μου ανειλικρίνια συγκινεί. Ξερω γιατί. Το εγώ κερδίζει εντός κι εκτός, καλώς και κακώς. Κι αντί να καθρεφτιστείς, ανθίζεις προς τη μεριά του ήλιου. Δεν είμαι απο'κεί κι ας έχω φακίδες.
είπε η aniaris στις 18:43 |
22.11.09
Νυστάζω ρε. Η ρίζα όμως με κρατάει στέρεη και ανισόρροπη στην καρέκλα. Δε γράφω ποτέ μεγάλες προτάσεις σαν αυτήν εδώ πάνω. Ο μπουκόφσκι θα φταίει. Όπως πάντα κάποιος φταίει που κάνω η δεν κάνω οτιδήποτε. Η ρίζα ουφ θα με δένει μέχρι να πω αυτό που ήθελα όλη μέρα.

Λατρεύω να μαθαίνω να χορεύω αργεντίνικα.
Ρίζα ριζωμένη.
Σε θέλω κι όταν σε ξεθέλω.
ριζζζ
ζήσουμε έλα μαζί να αντέχω γιατί δεν.
ζζζ
είπε η aniaris στις 03:16 |